Παρουσίαστηκε κι’ άλλο κρούσμα... (Αποκλειστικό για ηλικιωμένους παντρεμένους)

ΣTAYPΩΣE τους δείχτες των χεριών του, τους ακούμπησε στο στόμα μου και μου εκμυστηρεύτηκε την καλοζωία του, με την συμβία του, την Πέρσα.

• Τι να σου πωωω. Το τι τραβάω με δαύτηνε, ούτε σε μυθιστόρημα δεν πρόκειται να βρείς τέτοια πλοκή. Με τη μακαρίτισσα την πρώτη, τη Θεόνη, πέρασα μιά ζωή Θεού, παραμυθένια: «Ναι αγάπη μου», μου έλεγε. «Μπράβο χρυσέ μου», «Είσαι θησαυρός». Ηταν πραγματικά ένας Αγγελος! Ετούτη, στην αρχή, ήτανε όχι απλός ο Αγγελος, αλλά Αρχάγγελος. Με τα χρόνια, μεταλλάχτηκε σε άπτερο Αρχιδιάολο. Δεν τρώγεται. Τώρα μ’ έχει απομονώσει στο πλύσιμο των πιάτων. Και μ’ αναθεματίζει από το πρωί, μέχρι τα μεσάνυχτα, για το τίποτε...

- Σίγουρα Θανάση μου, κάπου θα φταίς εσύ!

• Δεν φταίω σε τίποτις. Είμαι ένα ζωντανό πρόβατο!

- Κάμε λίγες μέρες τον αδιάφορο, τον αμίλητο. Να δείς αν θ’ αλλάξει!

• Τον έχω κάμει. Αυτή το βιολί της. Μουρμουρίζει και βρίζει!

- Πέσε ένα βράδι νωρίς στο κρεβάτι, άρχισε να βήχεις, φώναζε «ωωωω τα πλεμόνια μου ...χάνομαιαιαιαι». Να δείς πως θ’ αντιδράσει!

• Το έκαμα και το πρωί μου φώναξε «Ας σηκωνώσουνα να φτιάξεις, ένα τσάϊ». Να σου πω και το καλύτερο; Αλλη βραδιά έκαμα τον κουρλό στο κρεβάτι, φώναζα «Τα νεφρά μου, τα νεφρουλάκιαααα μου, έχω κωλικοοοό». Κι’ αυτή, όταν πλέον εξαντλήθηκα και δεν μπορούσα να συνεχίσω, τι λες πως μούπε; «Βρε ζώον, γιατί δεν σηκωνώσουνα να κατουρήσεις την πέτρα;».

- Ωρέ, πολύ σκληρή η Πέρσα σου! Δεν κάνεις το άλλο; Να φύγεις για δυό μέρες και ν’ αφήσεις ένα σημείωμα «Μην ανησυχήσεις για μένα. Κάποια μέρα θα γυρίσω».

• Εγινε κι’ αυτό. Πήα σ’ ένα συγγενή μου στα Μιχαλιτσάτα κι’ έκατσα τέσσαρες μέρες. Που να πάρει τηλέφωνο! οταν γύρισα, μούπε μουσκλωμένη «Αααα, τόσο σύντομα γύρισες; Πάχυνες κιόλας, από την αναιστησία σου...».

- Να σου πω. Δεν συμφωνείς με ένα καταστηματάρχη σούπερ μάρκετ, να του προσφέρεις κάποιες βοηθητικές υπηρεσίες αμισθί, προκειμένου να φύγεις από το σπίτι, μήπως ηρεμήσει;

• Ωραία τα λές! Στο τέλος του μήνα που θα μου ζητήσει τα λεφτά, τι να της δώσω;

- Ετούτο είναι επώδυνο, αλλά τι να γίνει! Κάποια στιγμή που θα βράζει νερό στην κατσαρόλα, κάμε πως κατά λάθος βούτηξες το χέρι σου, ούρλιαζε, σηκωνόσουνα στον αέρα, βλαστήμαε κι’ ό,τι άλλο φανταστείς, να δείς πως θα σου συμπεριφερθεί...

• Το σκέφτηκα και τόκαμα κι’ αυτό. Ξέρεις τι μούπεεε; «Απρόκοφτε, αχαϊρευτε, το δεξί σου βρήκες να ζεματήσεις; Πως θα πλένεις τώρα τα πιάτα;».

- Σκέφτηκα και τούτο. Κάνε πως πέρνεις τηλέφωνο στο Γηροκομείο για να μάθεις τι χρειάζεται να μπείς μέσα!

• Εεεε, λες να μην το σκέφτηκα κι’ εγώ; οταν τελείωσα, ξέρεις τι μούπε: «Πήαινε όπου στο διάολο θέλεις, αλλά δεν πρόκειται να σου δώσω ο;τε ένα τάλαρο από τη σύνταξη».

- Για κάμε μιά πρόβα. οπως είναι καθισμένη στον καναπέ, πήαινε από πίσω της και δώστης ένα φιλί στο μάγουλο λέγοντας «Κούκλα μου εσύ».

• Θα το πιστέψεις; Το έκαμα και στα δύο της τα μάγουλα και μούπε ειρωνικά: «Αντε χάσου κρύεεε».

- Αααα, τώρα εντόπισα το πρόβλημα! Αν σηκώνει η τσέπη σου, πάρτηνε και πηαινέ τηνε στο Βατικανό, γιατί απ’ ό,τι καταλαβαίνω θέλει να δεί τον Πάπα, θέλει να τον δεί! Αν  δεν γίνει θαύμα με τον Ποντίφικα, προβλέπω πως δεν σώζεσαι, θα βρίσκεσαι σε εξοντωτικό Περσικό πόλεμο... οπότε δεν σου μένει παρά να πάρεις ένα Ευαγγέλιο, να διαβάζεις συνέχεια, να κάνεις κάθε τόσο το σταυρό σου, να ψάλλεις τροπάρια και κάπου-κάπου να θυμιατίζεσαι, βασανισμένε μου. Τουλάχιστο να παλαπωρείται το σώμα σου, αλλά να βρείς την αθανασία της ψυχής σου, βρε Θανάση μου, αμαρτωλέ, δούλε του Θεού, γιατί δεν έχω το κουράγιο να σου πώ να γένεις Τζιχαντιστής, για να πάρεις εκδίκηση, αποκεφαλίζοντάς την...